Aμφιπρόσωπη εικονιστική κεφαλή του Aριστοτέλη (384-322 π.Χ.). Eθνικό Aρχαιολογικό Mουσείο, αρ. ευρ. Γ 3772. Bρέθηκε στην Aθήνα, κοντά στην Εννεάκρουνο. Ύψος: 0,42 μ. Mάρμαρο πεντελικό. Προέρχεται από ερμαϊκή στήλη. Pωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του τελευταίου τετάρτου του 4ου αι. π.X. που αποδίδεται στον Λύσιππο.
Δοξάσθηκε από τους Έλληνες, υμνήθηκε από τους Ρωμαίους,
μελετήθηκε για αιώνες από Βυζαντινούς, Άραβες και Ευρωπαίους διανοητές.
Δάσκαλός του ήταν ο Πλάτωνας. Σπούδασε στην Ακαδημία επί 20 χρόνια.
Το 335 π.Χ. ίδρυσε τη δική του φιλοσοφική σχολή στο Γυμνάσιο του Λυκείου.
Δίδαξε και έγραψε για θέματα ηθικής, λογικής, πολιτικής, ρητορικής, δικαίου, μουσικής,
τέχνης, θεάτρου, ψυχολογίας, φυσικής, βιολογίας και ζωολογίας.
Το έργο του κορυφαίου πολυεπιστήμονα υπολογίζεται από τον Διογένη Λαέρτιο (V 28)
σε 445.270 γραμμές!
΄Αποψη από την έκθεση “Αδριανός και Αθήνα. Συνομιλώντας με έναν ιδεατό κόσμο”.
Ο Αριστοτέλης για την παιδεία
«Της παιδείας έφη τας μεν ρίζας είναι πικράς, τον δε καρπόν γλυκύν.» Διογένης Λαέρτιος, Αριστοτέλης V 18
Ερωτηθείς τίνι διαφέρουσιν οι πεπαιδευμένοι των απαιδεύτων, «όσω» είπεν, «οι ζώντες των τεθνεώτων. » Διογένης Λαέρτιος , Αριστοτέλης V 19
Ο Κικέρωνας για τον Αριστοτέλη
«VenietflumenorationisaureumfundensAristoteles» («Θα έλθει ο Αριστοτέλης αναβλύζοντας τον χρυσό ποταμό των λόγων του»)
M. T. Cicero, Academica priora 2 (Lucullus) 38, 119
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. Γ 427- Βρέθηκε το 1888 στις ανασκαφές βόρεια του περιβόλου του Ολυμπιείου. Ύψος (με τη βάση) 0,645 μ. Μάρμαρο πεντελικό. 130-140 μ.Χ.
Έχει προταθεί η ταύτιση του πορτραίτου με τον Μάρκο Αντώνιο Πολέμωνα, τον φημισμένο σοφιστή από τη Λαοδίκεια της Συρίας (88-144 μ.Χ.).
Σημαντικός εκπρόσωπος της Δεύτερης Σοφιστικής, ο Πολέμων έζησε και δίδαξε στη Σμύρνη.
Διατήρησε φιλικές σχέσεις με τους αυτοκράτορες Αδριανό και Αντωνίνο Ευσεβή.
Με πρόσκληση του αυτοκράτορα Αδριανού ήρθε στην Αθήνα για να εκφωνήσει
τον πανηγυρικό λόγο στα εγκαίνια του ναού του Ολύμπιου Δία (131 μ.Χ.).
Κατά τον Φιλόστρατο (Βίοι Σοφιστών, 533) ο Πολέμωνας στάθηκε στην κρηπίδα του ναού,
έστρεψε με θεατρικό τρόπο το βλέμμα ψηλά, και υποστηρίζοντας ότι διακατέχεται από θεία έμπνευση
άρχισε να αγορεύει προς το πλήθος λέγοντας «πολλά και θαυμάσια».
…Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί, και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι. ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ Κ. Π. Καβάφη, Φιλέλλην
Πορτραίτα του φιλοσόφου Μητρόδωρου, του σοφιστή Πολέμωνα και του αυτοκράτορα Αδριανού
Εικονιστική κεφαλή του Ηρώδη Αττικού. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. Γ 435. Ύψος 0,31 μ. Μάρμαρο πεντελικό.
Ο Λεύκιος Βιβούλλιος Ίππαρχος Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης (101-177 μ.Χ.) υπήρξε επιφανής Αθηναίος ρήτορας και σοφιστής. Διετέλεσε συγκλητικός, ύπατος και επώνυμος άρχων. Χάρη στην αμύθητη περιουσία του ευεργέτησε την Αθήνα και άλλες πόλεις με σημαντικά δημόσια οικοδομήματα (ωδείο στην Αθήνα και ανακαίνιση του παναθηναϊκού σταδίου, ναό Αιγυπτίων θεών στον Μαραθώνα, νυμφαίο στην Ολυμπία, θέατρο στην Κόρινθο, υδραγωγείο στην Αλεξάνδρεια Τρωάδα της Μικράς Ασίας κλπ.).
Φίλος του αυτοκράτορα Αδριανού και δάσκαλος των αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρήλιου και Λεύκιου Βέρου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Δεύτερης Σοφιστικής, του κινήματος που είχε ως πρότυπα τους σοφιστές του 5ου και 4ου αι. π.Χ. και υποστήριζε την αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων.
Δάσκαλοι, συγγραφείς, ρήτορες και φιλόσοφοι, οι εκπρόσωποι της Δεύτερης Σοφιστικής ταξίδευαν και πρόσφεραν τις γνώσεις και τη ρητορική τους τέχνη στον ελληνόφωνο κόσμο της ρωμαϊκής οικουμένης.
Εμπνευσμένο από την ατμόσφαιρα της εποχής είναι το ποίημα Ηρώδης Αττικός του Αλεξανδρινού Κ. Π. Καβάφη
A του Ηρώδη του Aττικού τι δόξα είν’ αυτή.
Ο Aλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στας Aθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κ’ η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Aλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ’ εγώ.»—
Πόσα παιδιά στην Aλεξάνδρεια τώρα,
στην Aντιόχεια, ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφν’ αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη—
ποιος άλλος σοφιστής τ’ αξιώθηκεν αυτά;—
κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο.
Κ. Π. Καβάφη, Ηρώδης Αττικός
Εικονιστικές κεφαλές του Αδριανού, του Μάρκου Αυρήλιου και του Ηρώδη Αττικού. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. Γ 632. 572. 435.
Έκθεση τέχνης Αγγελοφάνεια
του Αλέκου Κυραρίνη
11 Δεκεμβρίου 2017 – 31 Ιανουαρίου 2018
Στο φιλόξενο Καφέ του Μουσείου, έναν χώρο που τα τελευταία χρόνια δίνει βήμα διαλόγου σε καλλιτέχνες και εικαστικές ομάδες της Ελλάδας και του εξωτερικού, με στόχο να προσφέρει εικαστικά ερεθίσματα ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, παρουσιάζεται η έκθεση του Αλέκου Κυραρίνη με τίτλο «Αγγελοφάνεια».
Ο εικαστικός Αλέκος Κυραρίνης έχει από καιρό στραμμένο το βλέμμα του στον Άγγελο. Από την αρχαία ως την πρωτοχριστιανική τέχνη, ο δημιουργός αξιοποιεί και μετασχηματίζει πρότυπα φτερωτών μορφών, για να αποδώσει ανθρωπομορφικά την άυλη, μη ορατή υπόσταση των αγγέλων. Είκοσι έργα του Κυραρίνη διαλέγονται με φτερωτές μορφές της αρχαιότητας, από τους μινωικούς φτερωτούς δαίμονες στην Ηώ, τη Νίκη, τον Έρωτα και τους Ερωτιδείς, τον Ύπνο και τον Θάνατο, τον Ζέφυρο, τον Βορέα και τους άλλους ανέμους. Εκτός από τον άγγελο, ο Κυραρίνης αποδίδει μικρούς δαίμονες, για τους οποίους αντλεί μορφικά στοιχεία από το ζωικό βασίλειο, όπως ακριβώς τους συναντούμε σε μοτίβα των ελληνιστικών χρόνων. Με εικοσάχρονη σχεδόν πείρα από αυτήν τη σπουδή, ο ζωγράφος καταθέτει στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μια αισθητική πρόταση για τον «Άγγελο», μπολιασμένη στην παράδοση με σύγχρονο χαρακτήρα.
Ο Αλέκος Κυραρίνης γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα και μεγάλωσε στον τόπο καταγωγής του, την Τήνο. Εργάστηκε με τον μαρμαρογλύπτη πατέρα του από την ηλικία των έντεκα ετών μέχρι και την εισαγωγή του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Έχει εικονογραφήσει βιβλία και έχει εκδώσει ένα μικρό δοκιμιακό βιβλίο για τη ζωγραφική με τίτλο: Οι ερωτήσεις της Νεφέλης (Μικρός Αστρολάβος/Ευθύνη). Έχει πραγματοποιήσει έντεκα ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Την έκθεση επιμελείται ο Γιώργος Μυλωνάς. Εγκαίνια: Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017, ώρα 18:00 Διεύθυνση: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Πατησίων 44, Αθήνα 10682
Η είσοδος για το Καφέ είναι ελεύθερη.
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα 13:00-20:00, Τρίτη-Κυριακή 09:00-16:00
Τηλ. 213214 4856/-4858/-4866/-4893 & 213 2144837
Εικονιστική προτομή του φιλοσόφου Μητρόδωρου Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 368 Κατασκευασμένη στον 2ο αι. μ.Χ. η προτομή αντιγράφει ένα πρωτότυπο έργο του 3ου αι. π.Χ. Έχει ύψος 0,56 μ. και προέρχεται από την Αθήνα.
Γεννήθηκε στη Λάμψακο της Μ. Ασίας το 331 π.Χ. και έζησε στην Αθήνα
δίπλα στον αγαπημένο του διδάσκαλο Επίκουρο.
Πιστός της επικούρειας φιλοσοφίας, ο Μητρόδωρος παρέμεινε
απτόητος στις δοκιμασίες και στο θάνατο
(«ακατάπληκτος προς τε τας οχλήσεις και τον θάνατον» – Διογένης Λαέρτιος, Χ 23).
Αποχώρησε από τη ζωή το 278 π.Χ. «με ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο ωραία έζησε»
(Επίκουρου, Προσφωνήσεις, 47).
«Είναι αδύνατο να ζήσεις ευτυχισμένος,
αν η ζωή σου δεν έχει φρόνηση,
ομορφιά
και δικαιοσύνη»
δίδασκε ο Επίκουρος (Κυρία Δόξα V).
Επιγραφικές μαρτυρίες τεκμηριώνουν την ένθερμη υποστήριξη που πρόσφεραν
στους επικούρειους φιλοσόφους της Αθήνας τόσο η Πλωτίνα,
σύζυγος του αυτοκράτορα Τραϊανού όσο και ο φιλέλληνας Αδριανός.
«Είμαι κι’ εγώ επικούρειος. Θεωρώ ότι οι γνήσιες θέσεις του Επίκουρου
(και όχι εκείνες που του καταλογίσθηκαν) περιέχουν ό,τι πιο ορθολογικό
μάς έχουν κληροδοτήσει η Ελλάδα και η Ρώμη στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας»
έγραψε το 1819 σε επιστολή του ο Τόμας Τζέφερσον,
πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και εμπνευστής της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας.
Εικονιστική κεφαλή του Μάρκου Αυρήλιου. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 572 (Από την Αθήνα. Πεντελικό μάρμαρο. Ύψος 0,35 μ.)
Ο Μάρκος Αυρήλιος (161-180 μ.Χ.) είναι ο τελευταίος στη σειρά των «πέντε καλών αυτοκρατόρων»
που κυβέρνησαν στην χρυσή εποχή της pax romana (Νέρβας, Τραϊανός, Αδριανός, Αντωνίνος Ευσεβής, Μάρκος Αυρήλιος).
Επισκέφθηκε την Αθήνα στο τέλος της μεγάλης περιοδείας του στην Αίγυπτο και τη Μικρά Ασία (175-6 μ.Χ.).
Διδάχθηκε ρητορική από τον κορυφαίο της Δεύτερης Σοφιστής Ηρώδη Αττικό.
Μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια και υποστήριξε τις τέσσερις μεγάλες φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας,
την Ακαδημαϊκή, την Περιπατητική, την Επικούρεια και τη Στωική.
Μυημένος στον Στωικισμό, έγραψε τους συλλογισμούς του για τη ζωή και το θάνατο
στην ελληνική γλώσσα πολεμώντας στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας
τους Μαρκομάνους, τους Κουάδους και τους Σαρμάτες.
«Σαν το ακρωτήρι να είσαι, που σπάνε πάνω του τα κύματα δίχως σταματημό.
Εκείνο στέκει βράχος,
ενώ γύρω του τα φουσκωμένα νερά έρχεται στιγμή που γαληνεύουν».
Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν, Δ΄ 49.
«Μέσα σου ψάξε. Μέσα είναι η πηγή του καλού και θα αναβλύζει ακατάπαυστα όσο θα συνεχίζεις να ψάχνεις» Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν, Ζ΄ 59.
Το όμορφο πορτραίτο βρέθηκε το 1885 κατά την ανασκαφή της αρχαίας Αγοράς. Έχει ύψος 0,495 μ. και προοριζόταν για ένθεση σε ένα άγαλμα.
Κατασκευάσθηκε από μάρμαρο Θάσου σε ένα αττικό εργαστήριο τη δεκαετία 130-140 μ.Χ.
Γοητευμένος από τον ελληνικό πολιτισμό, ο ανατρεπτικός αυτοκράτορας δεν δίστασε να υπερβεί τη ρωμαϊκή παράδοση και να κάνει τον φιλελληνισμό μόδα. Επισκέφθηκε επανειλημμένα την Αθήνα, ενίσχυσε τις φιλοσοφικές της σχολές, μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια, παρακολούθησε τα Διονύσια και μιμήθηκε τον ελληνικό τρόπο στην εμφάνισή του αφήνοντας γενειάδα, παράδειγμα που ακολούθησαν και οι διάδοχοί του.
Αποχαιρέτησε τη ζωή με θλίψη γράφοντας τους στίχους που μας παραδίδει η Historia Augusta:
Animula vagula blandula,
hospes comesque corporis,
quae nunc abibis in loca,
pallidula, rigida, nudula,
nec ut soles dabis iocos
(Μικρή ψυχή, περιπλανώμενη και γητεύτρα
φιλοξενούμενη και σύντροφε του σώματος
που σύντομα θα αναχωρήσεις για τόπους
σκοτεινούς, παγωμένους και ομιχλώδεις
ένα τέλος σε όλα σου τα αστεία…)
Στην έκθεση «Αδριανός και Αθήνα. Συνομιλώντας με έναν ιδεατό κόσμο» το μαρμάρινο πορτραίτο του φιλέλληνα αυτοκράτορα τοποθετείται στο κέντρο της αίθουσας σε ένα φανταστικό διάλογο για τον ελληνικό πολιτισμό με εμβληματικές μορφές φιλοσόφων και ρητόρων.
Η μεγαλόπρεπη εικονιστική κεφαλή του Αδριανού (ύψος 0,48 μ.) που υποδέχεται τον επισκέπτη στην έκθεση προβάλει τον αυτοκράτορα ως νικητή και σωτήρα με την corona civica, το τιμητικό στεφάνι του Ρωμαίου πολίτη από φύλλα βελανιδιάς. Το έμβλημα παριστάνει ανάγλυφο αετό, σύμβολο του Δία.
Η κεφαλή προοριζόταν για ένθεση σε κολοσσικό θωρακοφόρο άγαλμα. Βρέθηκε το 1933 στη λεωφόρο Συγγρού. Κατασκευασμένη από πεντελικό μάρμαρο στη δεκαετία 130-140 μ.Χ. αποτελεί έργο αττικού εργαστηρίου που αποδίδει ελεύθερα τον επίσημο αυτοκρατορικό τύπο Imperatori 32.
Ο κοσμοπολίτης Ρωμαίος αυτοκράτορας Πόπλιος Αίλιος Αδριανός (117-138 μ.Χ.) που υμνήθηκε ως restitutoretlocupletatororbisterrarum (αναμορφωτής και πλουτοδότης της οικουμένης) ευεργέτησε ιδιαίτερα την Αθήνα εξωραΐζοντάς την με επιβλητικά κτήρια και έργα κοινής ωφελείας. Αποπεράτωσε τον ναό του Ολύμπιου Δία, κατασκεύασε ναό για τον Πανελλήνιο Δία, ναό αφιερωμένο σε όλους τους θεούς, βιβλιοθήκη, γυμνάσιο, υδραγωγείο, δίκτυο αποχέτευσης και έργα οδοποιίας.
Σε ανταπόδοση της προσφοράς του οι Αθηναίοι τον τίμησαν ως Κτίστη, Σωτήρα, Ολύμπιο και Πανελλήνιο, του απένειμαν τον τίτλο του επώνυμου άρχοντα και δημιούργησαν προς τιμή του μια νέα δημοτική φυλή, την Αδριανίδα.